Πριν από λίγο καιρό έχασα έναν δικό μου άνθρωπο, τον Νιόνιο. Πεθερός μου, αλλά ταυτόχρονα ό,τι πιο κοντινό σε πατέρα μου είχα. Στα 80 του ήταν ο συχωρεμένος, με προβλήματα υγείας που τον κρατούσαν καθηλωμένο στο κρεβάτι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο και μακριά από τα αγαπημένα του τσιγάρα… Γιατί κάπνιζε ο άμοιρος, κάπνιζε από τα 13 του μέχρι τα 78 του, με απόλυτη συνέπεια και προσήλωση! Ακόμα και όταν έσκαβε στον κήπο, πριν καταπέσει, ένα τσιγάρο κρεμόταν από τα χείλη του.

Αυτός ο συγκεκριμένος άνθρωπος, είχε μια σπάνια αίσθηση του χιούμορ: Όχι χοντροκομμένες φάρσες και μιμήσεις, αλλά φοβερές ατάκες που εκστόμιζε αγέλαστος και απόλυτα σοβαρός. Τον θυμάμαι, χρόνια πριν να μιλάει με τη γυναίκα του, όπου εκείνη μεταξύ σοβαρού και αστείου τον απειλεί:
– (Μαρίνα) Να δω μωρέ τι θα κάνεις, άμα πεθάνω! (προσέξτε το “άμα” – δεν το έχει για σίγουρο πως κάποια στιγμή θα πεθάνει!)

– (Νιόνιος) Πέθανε εσύ Μαρίνα μου κι έννοια σου!

Τις φοβόταν ο συχωρεμένος τις κηδείες και τους νεκρούς. Ο παρακάτω διάλογος είναι κλασικός:
– (Μαρίνα) Το απόγευμα είναι η κηδεία της …. στην Παναγία. Θα έρθεις Νιόνιο;

– (Νιόνιος) Όχι Μαρίνα.
-Καλά δεν ντρέπεσαι που η γυναίκα ήταν χωριανιά μας;
-Όχι Μαρίνα.
-Μα δεν είναι σωστό να μην έρθεις!
-Αν παρεξηγηθεί, να μην έρθει ούτε εκείνη στη δικιά μου!

 

Τέλος πάντων, η κηδεία έγινε με όλο το κλασικό τυπικό και -ευτυχώς- χωρίς τα καραγκιοζιλίκια και τις υπερβολές που έχω κατά καιρούς δει σε παρόμοιες τελετές. Επειδή όμως γάμος δίχως κλάματα και κηδεία χωρίς γέλιο δεν γίνεται, υπήρξαν στιγμές όπου αν ο συχωρεμένος ζούσε, θα είχαμε γελάσει πολύ μαζί.

Ειδικά τη στιγμή που η γυναίκα και η αδελφή του (άθροισμα ηλικιών 169) έχουν ανοίξει “διάλογο” με το νεκρό μπροστά από τη σωρό του, ο γιος του και εγώ παρακολουθούμε και έχω μια σκέψη που την ίδια στιγμή εκφράζει ο γιος του:
– Βασίλη, φαντάσου να ζωντανέψει ο Νιόνιος και να σηκώσει το χέρι του να κάνει στην Ρήνη (αδελφή του, που του άρεσε να την πειράζει…) “Χσσστ!”

 

Εμένα με πιάνουν τα γέλια γιατί είχα ακριβώς την ίδια σκέψη καιι βγαίνουμε άρον-άρον και οι δύο έξω γιατί ήδη οι υπόλοιπες μαυροφορούσες με ηλικία 85+ μας αγριοκοιτούσαν που τολμήσαμε να μιλήσουμε ενώ το παλικάρι (Ο Νιόνιος…) κειτόταν νεκρό.

 

Θα τον θυμάμαι τον Νιόνιο , όσο ζω, με πολύ αγάπη. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε πάντα μια καλή κουβέντα για όλους, που είχε την τεράστια δύναμη να συγχωρεί ακόμα και εκείνους που τον αδίκησαν και την ψυχραιμία να αστειεύεται με την κατάσταση της υγείας του ακόμα και όταν είχε πάρει την κάτω βόλτα…

Μετανιώνω που δύο μέρες πριν πεθάνει δεν του έδωσα το τσιγάρο που για χιλιοστή φορά ζητιάνεψε (με το οξυγόνο στο πρόσωπο και την ανάσα να μην βγαίνει…) αλλά επανόρθωσα τουλάχιστον εν μέρει: Έβαλα μαζί του στο φέρετρο ένα πακέτο από τα τσιγάρα του μαζί με ένα “τσακουμάκι” , έτσι, για να έχει μαζί του το δικό του “παράδεισο”.